Με τα υψηλότερα επιτόκια της Ευρώπης δανείζονται οι μεγάλες, εισηγμένες ελληνικές επιχειρήσεις, ενώ διατηρούν υπερβολική εξάρτηση από τα τραπεζικά δάνεια, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες που προσφεύγουν στην αγορά ομολόγων. Πρόκειται για τα βασικά συμπεράσματα ευρωπαϊκής μελέτης, που αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια περίοδο αναμενόμενης αύξησης των επιτοκίων στην Ευρώπη και παγκοσμίως.
Η χρονιά του 2024 επιβεβαίωσε μια σκληρή πραγματικότητα για το ελληνικό επιχειρείν: Οι εγχώριοι εισηγμένοι όμιλοι εξακολουθούν να επωμίζονται το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα δεδομένα της έκθεσης της Ομάδας Εργασίας ERICA (European Records of IFRS Consolidated Accounts), στην οποία συμμετέχουν και εμπειρογνώμονες από τις κεντρικές τράπεζες.
Ειδικότερα, η απόσταση που χωρίζει τις ελληνικές επιχειρήσεις από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές παραμένει μεγάλη, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητά τους. Σε ό,τι αφορά τη σύγκριση κόστους δανεισμού, η μελέτη αναφέρει ότι το διάμεσο κόστος δανεισμού για τους ελληνικούς ομίλους το 2024 διαμορφώθηκε στο 5,9%.
Αν και το ποσοστό αυτό παρουσίασε οριακή μείωση κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023 (6,1%), παραμένει μακράν το υψηλότερο ανάμεσα στις χώρες του δείγματος. Το συνολικό ευρωπαϊκό διάμεσο κόστος χρέους παρέμεινε πολύ χαμηλότερο από το ελληνικό, αν και αυξήθηκε από 4,1% το 2023 σε 4,5% το 2024. Τη φθηνότερη χρηματοδότηση απολαμβάνουν οι γαλλικοί όμιλοι με διάμεσο κόστος 3,9%.Ακολουθούν οι γερμανικοί όμιλοι με 4,3% και οι ισπανικοί με 4,5%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ιταλία (5,2%) και η Πορτογαλία (5,5%), διατηρούν χαμηλότερο κόστος δανεισμού από την Ελλάδα.
Η ανάλυση των τεταρτημορίων αποκαλύπτει ακόμη πιο έντονα την ανισότητα στη χρηματοδότηση:
Το επίμονα υψηλό κόστος χρήματος για τους μεγάλους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους συνδέεται άμεσα και με τη δομή της χρηματοδότησης, καθώς το 88% των ελληνικών ομίλων στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε τραπεζικά δάνεια. Σε απόλυτα νούμερα, τα τραπεζικά δάνεια αποτελούν το 50% της συνολικής αξίας του χρηματοοικονομικού χρέους των ελληνικών επιχειρήσεων.
Αντιθέτως, μόλις το 28% των ελληνικών ομίλων αντλούν κεφάλαια μέσω έκδοσης ομολόγων, καταγράφοντας ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη μαζί με την Ιταλία.
Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι, παρά το υψηλό κόστος, η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα που κατέγραψε ταυτόχρονη μείωση τόσο στο διάμεσο κόστος χρέους όσο και στον διάμεσο δείκτη χρηματοοικονομικού χρέους προς συνολικό ενεργητικό.
Ωστόσο, οι ελληνικές επιχειρήσεις σημείωσαν τον υψηλότερο διάμεσο δείκτη επιβάρυνσης με χρέος (Net Indebtedness Ratio) πανευρωπαϊκά, ο οποίος αυξήθηκε στο 22,1% το 2024.
Παράλληλα με το ακριβό χρήμα, οι εγχώριοι όμιλοι είδαν το διάμεσο περιθώριο λειτουργικού κέρδους (EBIT margin) να συρρικνώνεται σημαντικά κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες, υποχωρώντας στο 7,6%. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γενική ευρωπαϊκή εικόνα, όπου το διάμεσο περιθώριο EBIT παρουσίασε ελαφρά άνοδο φτάνοντας το 7,5%.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις στην Ελλάδα εντοπίστηκαν στον τομέα των υπηρεσιών, λόγω αυξημένων εξόδων, απομειώσεων και αρνητικών συναλλαγματικών διαφορών, αλλά και στις κατασκευές, όπου τα λειτουργικά κέρδη (EBIT) μειώθηκαν πάνω από ένα τρίτο.
Όπως σημειώνεται στην έκθεση:
Σημειώνεται ότι το ελληνικό δείγμα των 50 ομίλων κυριαρχείται από τον ενεργειακό τομέα, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 67% των εσόδων (σε σύνολο 69,7 δισ. ευρώ), διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη συνολική εικόνα της χώρας.
2026-09-03T04:27:48Z